Study your flashcards anywhere!

Download the official Cram app for free >

  • Shuffle
    Toggle On
    Toggle Off
  • Alphabetize
    Toggle On
    Toggle Off
  • Front First
    Toggle On
    Toggle Off
  • Both Sides
    Toggle On
    Toggle Off
  • Read
    Toggle On
    Toggle Off
Reading...
Front

How to study your flashcards.

Right/Left arrow keys: Navigate between flashcards.right arrow keyleft arrow key

Up/Down arrow keys: Flip the card between the front and back.down keyup key

H key: Show hint (3rd side).h key

A key: Read text to speech.a key

image

Play button

image

Play button

image

Progress

1/294

Click to flip

294 Cards in this Set

  • Front
  • Back
to embrace
αγκαλιάζω
to feel or sense
αισθάνομαι
to dispute or call into question
αμφισβητώ
to flash
αναβοσβήνω
to date from or go back to
ανάγομαι

EX: Το χειρόγραφο ανάγεται στο 600 π.Χ.
to search for (usually something intangible, like a solution to a problem)
αναζητώ
to discover
ανακαλύπτω
to emerge
to crop up
ανακύπτω

Ex: Αυτό το ερώτημα θα ανακύπτει σε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα.
to pick up
to undertake
αναλαμβάνω
to develop or unfold
αναπτύσσω
to wonder
αναρωτιέμαι
to raise slightly
ανασηκώνω
to mention
αναφέρω

EX: Σου ανέφερα ότι άφησα τη θέση μου στνη εφημερίδα.
to refer or relate
αναφέρομαι
to face or behold
αντικρύζω

Ex: Στράφηκα και αντίκρισα την Τσαρλίν.
to perceive or comprehend
αντιλαμβάνομαι

Ex: Η γυναίκα αντιλήφθηκε την ασάφειά μου.
to face
to brave
αντιμετωπίζω
to pump
to draw off
αντλώ
to demand, claim, or require
απαιτώ

Ex: Οταν ο καθένας απαιτεί από τον άλλο να ζει σύμφωνα με τις απαιτήσεις του, ...
to echo
απηχώ

Ex: Οι ιδέες του χειρογράφου απηχούν την αλήθεια.
to prove or demonstrate
αποδεικνύω

Ex: Η συζήτησή μας αποδεικνυόταν τόσο συναρπαστική όσο πριν.
to accept
to admit
αποδέχομαι

Ex: Η εκκλησία του αποδέχεται το χειρόγραφο?
to reveal, disclose, divulge
αποκαλύπτω

EX: Δεν ήθελε να μου αποκαλύψει το όνομά του.
to answer or respond
αποκρίνομαι

EX: "Στις τελευταίες δεκαετίες," αποκρίθηκε.
to crystallize
αποκρυσταλλώνω
to obtain
to acquire
αποκτώ

EX: Τα ανθρώπινα όντα θα αρχίσουν να αποκτούν αυτές τις γνώσεις.
to move away from
απομακραίνω
to absorb or take up
απορροφώ

Ex: Απορροφήθηκα εντελώς από τη δουλειά μου.
to not mention
to hush up
αποσιωπώ
to have withdrawn or retired
αποσύρομαι

EX: Ειχα αποσυρθέι στο δάσος.
to form, constitute, or make up
αποτελώ
to say goodbye to
αποχαιρετώ
to deny or refuse
αρνούμαι

EX: Αρνήθηκαν ότι γνώριζαν οτιδήποτε.
to exercise or practice
ασκώ
to be occupied or engaged in
ασχολούμαι

EX: Η εταιρεία ασχολείται με την έρευνα.
to gaze at
ατενίζω

Ex: Ατένισα το νερό για λίγα ακόμα λεπτά.
to be increased
αυξάνομαι
to devote or dedicate
αφιερώνω

EX: Αφιερώνω λίγο χρόνο στον εαυτό μου.
to relate to
to concern
αφορώ
to dip or plunge
βουτώ
to find oneself
βρίσκομαι
to sink or plunge
βυθίζω

EX: Ο ήλιος βυθιζόταν.
to nod
γνέφω
to charm
γοητεύω
to assure
διαβεβαιώνω

Ex: Ο ιερέας με διαβεβαίωσε για την αυθεντικότητά του.
to succeed or follow
διαδέχομαι

Ex: Στην εφημερίδα το ένα γεγονός διαδεχόταν το άλλο.
to interrupt
to suspend
διακόπτω
to dissolve or disband
διαλύω

EX: Οι υπόλοιποι διαλύονταν.
to ascertain
to realize
διαπιστώνω

EX: Αποφάσισα να μείνω δυο ακόμα μέρες ώστε να διαπιστώσω αν μπορούσα να ανακαλύψω κάτι.
to last
διαρκώ
to maintain, preserve, keep
διατηρώ

Ex: Γίνεται σχεδόν αδύνατο να διατηρήσουμε τις σχέσεις μασ.
to make clear
to clear up
to look into
διευκρινίζω

Ex: Το χειρόγραφο διευκρινίζει το νόημα.
to hesitate
διστάζω
to have difficulty
δυσκολεύομαι
to abandon
εγκαταλείπω
to degenerate
εκφυλίζομαι

Ex: Οι δυο τελευταίοι δεσμοί μου εκφυλίστηκαν.
to present oneself
to appear
εμφανίζομαι

ex: Γιατί εμφανίστηκε τώρα?
to inform
to bring up to date
ενημερώνω

Ex: Γιατί σκέφτηκες να ενημερώσεις εμένα για όλα αυτά?
to become enthusiastic
ενθουσιάζομαι
to be joined
to be united
ενώνομαι
to join or unite
ενώνω
to continue
εξακολουθώ

EX: Εξακολουθούσε να είναι όμορφη?
to examine or interrogate
εξετάζω
to explain or illustrate
επεξηγώ
to influence or have an effect on
επηρεάζω

Ex: Αυτή η ανήσυχη αναζήτηση επηρεάζει τον καθένα μας.
to confirm
επιβεβαιώνω

Ex: Το χαμόγελό της επιβεβαίωσαν αυτό που ένιωθα.
to embark
to go aboard
επιβιβάζομαι
to put aboard
to embark
επιβιβάζω
to prevail
to predominate
επικρατώ

Ex: Τελικά επικράτησε η αισιοδοξία μου.
to come back
επιστρέφω
to permit
to allow
επιτρέπω
to take advantage of
επωφελούμαι

Ex: Υπήρχε μια ακύρωση από την οποία μπορούσα να επωφεληθώ.
to work
εργάζομαι

EX: Πήγα να εργαστώ σε μια εταιρεία.
to investigate or research
ερευνώ
to thank
ευχαριστώ
to consider
to regard as
θεωρώ

Ex: Οι συμπτώσεις μας φαίνονται ότι προχωρούν πέρα απ αυτό που θεωρούμε τυχαίο.
to satisfy or please
ικανοποιώ
to give guidance to
καθοδηγώ
to call, summon, or invite
καλώ
to end up in/as
to lead to
καταλήγω

Ex: Κάθε στοιχείο κατέληγε σε αδιέξοδο.
to fully understand
κατανοώ
to crumble or collapse
καταρρέω

Ex: Οι δυο είχαν καταρρεύσει μέσα σε ένα χρόνο.
to construct
to make
to manufacture
κατασκευάζω

Ex: Αργότερα κατασκεύασε μια τεχνητή λίμνη.
to manage or succeed
καταφέρνω
to enter (in register)
to insert (in newspaper)
καταχωρώ

Ex: Το τουριστικό πρακτορείο είχε τακαχωρήσει μια μεγάλη αγγελία στο χρυσό οδηγό.
to go
to proceed
to go towards
κατευθύνομαι

EX: Κατευθύνυηκα προς το εστιατόριο.
to unsettle or shake
κλονίζω
to look at oneself
κοιτάζομαι
to judge, deem, consider, decide
κρίνω
to be hidden
κρύβομαι
to shine from cleanliness
λαμποκοπώ
to rock
λικνίζω

Ex: Ενα αεράκι λίκνιζε τα δέντρα.
to loosen, untie, solve, dissolve
λύνω
to lessen, reduce, downplay
μειώνω

EX: Προσπάθησα να μειώσω τη σημασία της αυτοαπομόνωσής μου.
to turn, change, convert
μετατρέπω

Ex: Οι δυο τελευταίοι δεσμοί μου μετατράπηκαν σε αγώνες δύναμης.
to half-forget
μισοξεχνώ
to build
οικοδομώ
to bring to completion
ολοκληρώνω

Ex: Ολοκλήρωνα κάποια έρευνα.
to dream of
ονειρεύομαι
to have visions
to envision
οραματίζομαι
to swear
ορκίζομαι
to owe
to be indebted
to be obliged to
οφείλω

Ex: Οφείλουν να ελέγξουν και τους επιβάτες της πτήσης σου.
to admit to
to acknowledge
παραδέχομαι

EX: Παραδέχτηκε ότι με έιχε ακούσει να ρωτώ για το χειρόγραφο.
to stay, remain, continue to be
παραμένω
to follow, keep up with, attend, or shadow
παρακολουθώ

EX: Πρόσεξα έναν ιερέα να με παρακολουθεί.
to sweep away
παρασύρω

Ex: Ειχα παρασυρθεί από τον κοινωνικό ιδεαλισμό της δεκαετίας του εξήντα.
to observe or notice
παρατηρώ

EX: Παρατήρησα πως ίσως είχε αλλάξει χτένισμα.
to be persuaded
πείθομαι
to persuade
πείθω
to surround
περιβάλλω
to contain
περιέχω

EX: Τι περιείχε το χαρτοφύλακά σου?
to encircle
περικυκλώνω
to contain, hold, include
περιλαμβάνω

Ex: Η ακύρωση περιλάμβανε την πτήση και δωμάτιο στη Λίμα.
to walk
to take a walk
περπατώ
to flood or overflow
πλημμυρίζω

Ex: Οι μνήμες πλημμύρισαν το νου μου.
to inform
πληροφορώ

Ex: Τους πληροφορήσαμε για το τι είχε συμβεί.
to realize, carry out, fulfill
πραγματοποιώ
to foresee
to anticipate
προβλέπω
to originate
to spring from
προέρχομαι
to challenge or provoke
προκαλώ

EX: Τι αλλαγές να είχε προκαλέσει πάνω της ο χρόνος?
to predict
προλέγω
to cause
to bring about
προξενώ
to pay attention to
to notice
προσέχω

EX: Πρόσεξα τον έντονο τρόπο με τον οποίο με παρατηρούσε.
to offer, give, or present
προσφέρω
to proceed, advance, progress, gain ground
προχωρώ

EX: Προχώρησα προς το μέρος της.
to wrinkle or crease
σουφρώνω
to send
στέλνω
to think about
to reflect on
στοχάζομαι

Ex: Οταν στοχαζόμαστε ειλικρινά το πώς νιώθουμε μέσα μας...
to turn or face about
στρέφω
to focus, concentrate, or gather together
συγκεντρώνω

EX: Ηθελε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της.
to shake or shock (internal)
συγκλονίζω
to happen or occur
συμβαίνω
to be compatible with
to reach agreement or compromise
συμβιβάζομαι

Ex: Δεν συμβιβαζόμαστε με τίποτα που μας φαίνεται ότι μας φέρνει πιο κάτω.
to agree
to match
συμφωνώ
to meet
συναντώ
to charm, carry away, transport
συναρπάζω
to become conscious of
to become aware of
συνειδητοποιώ
to form or set up
to constitute
συνιστώ

Ex: Αυτή η συνειδητοποίηση συνιστά τη γνώση της Πρώτης Επίγνωσης.
to coordinate
συντονίζω
to be crowded around
συνωστίζομαι

EX: Ειδα μια ομάδα ανθρώπων να συνωστίζονται γύρω από ενα τραπέζι.
to embezzle
to appropriate dishonestly
σφετερίζομαι
to match, suit, or go with
ταιριάζω

Ex: Δεν είδα κανέναν που να ταιριάζει στνη περιγραφή.
to disturb or shake
ταράζω
to chirp or twitter
τερετίζω
to go around
to wander around
τριγυρίζω
to suppose or presume
υποθέτω

Ex: Υπέθεσα πως δε θα πείραζε να σου τηλεφωνήσω.
to undermine
υποσκάπτω
to be obliged
υποχρεώνομαι

EX: Υποχρεωθήκαμε να κοιτάξουμε τον κατάλογο με τα φαγητά.
to chat
φλυαρώ

EX: Τα επόμενα δέκα λεπτά φλυαρούσαμε για διάφορα θέματα.
to look after
to take care
φροντίζω
to greet or salute
χαιρετίζω
to characterize or qualify
χαρακτηρίζω
to give or make a gift up
χαρίζω

EX: Μου χάρισε πάλι εκείνο το χαμόγελο.
to giggle
χασκογελώ
to grow pale
χλωμιάζω

Ex: Το πρόσωπό της χλόμιασε.
to divide, separate, split
χωρίζω
to squeeze, clasp, tighten, clench
σφίγγω
to struggle
αγωνίζομαι
to oscillate
αιωρούμαι
to waver
to be uncertain
αμφιταλαντεύομαι
to interrogate
to question
to inquire into
to investigate
ανακρίνω
to resist
to withstand
to opppose
αντιστέκομαι
to forbid or prohibit
απαγορεύω
to repel
to repulse
to push away
απωθώ
to march on
to walk
to go on foot
βαδίζω
to groan
to moan
βογγώ
to graze
to browse
βόσκω
to spend
to waste
to consume
δαπανώ
to trace or outline
to erase
διαγράφω
to spread
to promulgate
to noise abroad
διαδίδω
to enjoy oneself
to amuse
to entertain
διασκεδάζω
to pass through
to traverse
διασχίζω
to teach
διδάσκω
to evolve
to be developed or unfolded
εξελίσσομαι
to survive
επιβιώνω
to aggravate
to make worse
επιδεινώνω
to visit
επισκέπτομαι
to repair
επισκευάζω
to bring near
to draw near or approach
to come near
ζυγώνω
to bring down
to let down
to lower
κατεβάζω
to carry or bring
κομίζω
to honk
κορνάρω
to fluctuate
κυμαίνομαι
to rev up
μαρσάρω
to resemble
to be alike
to look like
μοιάζω
to fade
to lose color
ξεθωριάζω
to clear out
to liquidate
to settle an account
to clarify
ξεκαθαρίζω
to teach
διδάσκω
to evolve
to be developed or unfolded
εξελίσσομαι
to survive
επιβιώνω
to aggravate
to make worse
επιδεινώνω
to visit
επισκέπτομαι
to repair
επισκευάζω
to bring near
to draw near or approach
to come near
ζυγώνω
to bring down
to let down
to lower
κατεβάζω
to carry or bring
κομίζω
to honk
κορνάρω
to fluctuate
κυμαίνομαι
to rev up
μαρσάρω
to resemble
to be alike
to look like
μοιάζω
to fade
to lose color
ξεθωριάζω
to clear out
to liquidate
to settle an account
to clarify
ξεκαθαρίζω
to let off steam
to puff and blow
to pant
to gasp
ξεφυσώ
to organize
to arrange
οργανώνω
to compete
to rival
παραβγαίνω
to surrender
to capitulate
παραδίδομαι
to resign
to desist from
παραιτούμαι
to give up
to let go
παραιτώ
to blow
to exhale
to breathe
πνέω
to proceed
to advance
to move forward
προβαίνω
to project or extend
to show
to offer (resistance)
προβάλλω
to attack
to offend
προσβάλλω
to order
to command
to bid
to charge
προστάζω
to protect
προστατεύω
to muse
to meditate
ρεμβάζω
to tear
σκίζω
to stumble
σκουντουφλώ
to look serious
to become serious
to talk seriously
σοβαρεύομαι
to study
σπουδάζω
to stand
στέκομαι
to turn
to twist
στρίβω
to recover
to come to one's senses
to come together
συνέρχομαι
to sum up
to summarize
συνοψίζω
to crash
συντρίβω
to slaughter
to massacre
to butcher
σφάζω
to place, put, lay, set, or post
τοποθέτω
to support or sustain
υποστηρίζω
to be supposed
υποτίθεμαι
to be raised
υψώνομαι
to raise
υψώνω
to relax
χαλαρώνω
to put in hand
to put together
σκαρώνω
to govern
to rule
to manage
to direct
κυβερνώ
to enslave
σκλαβώνω
to fight against
πολεμώ
to treat kindly
to take good care of
to attend courteously
to entertain
περιποιούμαι
to respect
to revere
σέβομαι
to become free from care
ξενοιάζω
to name
to call
ονομάζω
to seem strange to
παραξενεύω
to find it strange
παραξενεύομαι
to lessen
to reduce
to grow less
λιγοστεύω
to feel sleepy
νυστάζω
to renovate
to renew
ανακαινίζω
to be declared
to be proclaimed
ανακηρύττομαι
to declare
to proclaim
ανακηρύττω
to set free
απελευθερώνω
to be distant, to desist or abstain, to lie far, to keep aloof
απέχω
to restore, to reestablish, to set up, to marry (one's children)
αποκαθιστώ
to create
to produce
δημιουργώ
to decorate
to adorn
διακοσμώ
to be established
εγκαθίσταμαι
to make certain of
to assure
εξασφαλίζω
to serve
to attend upon
to wait upon
εξυπηρετώ
to found
to establish
ιδρύω
to seize
to possess oneself of
to understand
to notice
καταλαμβάνω
to accomplish
to succeed in
κατορθώνω
to grant
to concede
to relinquish
παραχωρώ
to attract (attention)
to gain (supporters)
προσελκύω
to be connected
to be united
συνδέομαι
to complete or accomplish
to play a part or contribute
συντελώ
to honor
to respect
τιμώ
to reveal
to show
φανερώνω
to wrong
to do wrong
αδικώ
to be unable
to be beyond one's power
αδυνατώ
to immobilize
to fix
to lock up
to tie up
ακινητοποιώ
to blink (eyes)
ανοιγοκλείνω
to repay
to give in return
ανταποδίδω
to replace
to relieve (sentry)
αντικαθιστώ
to name
to call
to term
to denominate
αποκαλώ
to fall asleep
to go to sleep
αποκοιμούμαι
to sink
to bring down
to bash in
βουλιάζω
to declare, show, manifest
to mean, denote, signify
to state, assert
to exhibit
δηλώνω
to wish
εύχομαι
to look at
to be seen
θεώμαι
to spy
to watch
κατασκοπεύω
to tittle-tattle
to gossip
κουτσομπολεύω
to change one's mind
to repent
μετανοιώνω
to slip
to take a false step
παραπατώ
to represent
to portray
to present
to state
παριστάνω
to pass by
to overtake
προσπερνώ
to push
σκουντώ
to worry
to upset
to depress
στενοχωρώ
to screech, scream, bawl
to be peevish
to shrink
στριγγλίζω
to turn around
to twirl
to whirl
to spin
στριφογυρίζω
to be related to
to have a relation with
to be a relative of
συγγενεύω
to hoot
to whistle
to hiss
σφυρίζω
to dare
τολμώ
to behave
to act
φέρομαι
to flutter
to flap (wings)
to fly
φτερουγίζω
to grow or come up (plants)
φυτρώνω
to shout
to bawl
to clamour
φωνασκώ
to be pleased with
to rejoice at
χαίρομαι
to spoil
to break
χαλώ